Η πρόγνωση της αλκοολικής νευροπάθειας εξαρτάται κυρίως από τη διακοπή της κατανάλωσης αλκοόλ, τον βαθμό της εκφύλισης των νευρικών ινών κατά τη διάγνωση και την επαρκή χορήγηση θειαμίνης και άλλων βιταμινών. Χωρίς διακοπή της κατανάλωσης, η πορεία είναι προοδευτικά εκφυλιστική και μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη αναπηρία (βαριά αισθητικοκινητική πολυνευροπάθεια και αδυναμία βάδισης).
1. Άμεση φάση (εβδομάδες – πρώτοι μήνες μετά τη διακοπή)
Διακοπή κατανάλωσης: Σταματά η συνεχιζόμενη τοξική βλάβη και μειώνεται το οξειδωτικό stress.
Συμπληρώματα θειαμίνης και βιταμινών Β μπορούν να προλάβουν τον περαιτέρω εκφυλισμό, αλλά δεν αναστρέφουν άμεσα την ήδη υπάρχουσα εκφύλιση των αξόνων.
Κλινικά, ο πόνος και τα αισθητικά συμπτώματα (καύσος, παραισθησίες) μπορεί να αρχίσουν να μειώνονται σε 4–12 εβδομάδες.
Η κινητική λειτουργία σπάνια βελτιώνεται σημαντικά σε τόσο σύντομο διάστημα.
2. Υποξεία φάση (3–12 μήνες)
Εφόσον ο ασθενής παραμένει σε αποχή και συνεχίζει τη διατροφική αποκατάσταση, ξεκινά αναγέννηση των νευρικών ινών.
Η διαδικασία αυτή είναι βραδεία και η αναγέννηση των αξόνων υπολογίζεται περίπου σε 1–3 mm την ημέρα, γεγονός που σημαίνει ότι η αποκατάσταση σε μακρούς νευράξονες (όπως στα κάτω άκρα) απαιτεί πολλούς μήνες έως και πάνω από ένα έτος.
Κλινικά, μπορεί να βελτιωθεί η σταθερότητα στο βάδισμα, η μυϊκή δύναμη, αλλά σπάνια επανέρχεται πλήρως η φυσιολογική λειτουργία, ειδικά αν υπήρχε σοβαρή κινητική συμμετοχή.
3. Μακροπρόθεσμη φάση (1–3 χρόνια)
Αν η αποχή από το αλκοόλ διατηρείται και δεν υπάρχουν άλλες νευροτοξικές επιβαρύνσεις (π.χ. ηπατική ανεπάρκεια, υποσιτισμός), μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση και μερική ή μέτρια βελτίωση της αισθητικής και κινητικής λειτουργίας.
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν υπολειμματικές βλάβες.
4. Κακή πρόγνωση
Η συνέχιση κατανάλωσης αλκοόλ οδηγεί σε προοδευτική, μη αναστρέψιμη απώλεια των νευρικών ινών.
Η καθυστερημένη διάγνωση όταν έχει ήδη εγκατασταθεί η εκτεταμένη εκφύλιση συνεπάγεται τη μειωμένη δυνατότητα αναγέννησης και την εγκατάσταση μόνιμης αναπηρίας.
Συνυπάρχουσες νόσοι (π.χ. ηπατική κίρρωση, σακχαρώδης διαβήτης) επιδεινώνουν την εξέλιξη.
Καταστολή του εγκεφάλου: Το αλκοόλ επηρεάζει τους νευροδιαβιβαστές που ρυθμίζουν τη διέγερση και την αναστολή στον εγκέφαλο. Η κατάχρηση ή η απότομη διακοπή μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία.
Διαταραχές ύπνου: Το αλκοόλ επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του ύπνου, που είναι σημαντικός σταθεροποιητικός παράγοντας για άτομα με επιληψία.
Αλληλεπίδραση με αντιεπιληπτικά φάρμακα: Το αλκοόλ μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων ή να αυξήσει τις παρενέργειες.
Η διάγνωση της αλκοολικής νευροπάθειας γίνεται από τον νευρολόγο και απαιτεί κλινική και εργαστηριακή διερεύνηση, όπως:
Λήψη αναλυτικού ιστορικού
-
Κατανάλωση αλκοόλ: διάρκεια, ποσότητα, καθημερινή ή επεισοδιακή χρήση.
-
Διατροφικό ιστορικό: ενδείξεις υποσιτισμού ή ανεπάρκειας βιταμινών.
-
Συμπτωματολογία: έναρξη, εξέλιξη, συμμετρία συμπτωμάτων, ύπαρξη πόνου, δυσαισθησιών, κινητικής αδυναμίας, αυτόνομων διαταραχών.
-
Συνυπάρχουσες παθήσεις: διαβήτης, ηπατική νόσος, νεφρική ανεπάρκεια, χρήση νευροτοξικών φαρμάκων.
Νευρολογική κλινική εξέταση
-
Αισθητική. Έλεγχος αφής, πόνου, θερμοκρασίας, ιδιοδεκτικότητας, δόνησης.
-
Κινητική. Μυϊκή ισχύς → αναζήτηση περιφερικής αδυναμίας, ατροφίας.
-
Αντανακλαστικά. Κυρίως Αχίλλειο και επιγονατιδικό → συχνά μειωμένα ή απολεσθέντα.
-
Βάδισμα – ισορροπία. Σημεία αταξίας, δυσκολία σε βάδισμα σε ευθεία ή σε σκοτάδι.
-
Αυτόνομη λειτουργία. Ορθοστατική πίεση, εφίδρωση, δερματικές αλλαγές.
Εργαστηριακός έλεγχος - Αιματολογικές εξετάσεις
-
Επίπεδα βιταμινών (Β1, Β6, Β12, φολικό οξύ), βιταμίνη D.
-
Ηπατική και νεφρική λειτουργία.
-
Γλυκόζη αίματος, HbA1c (αποκλεισμός διαβητικής νευροπάθειας).
-
Ηλεκτρολύτες, TSH, έλεγχος για HIV, βαρέα μέταλλα αν υπάρχει υποψία.
-
Δείκτες αλκοολικής κατανάλωσης: ΓGT, MCV, CDT.
Νευροφυσιολογικές εξετάσεις
-
Ηλεκτρομυογράφημα (ΗΜΓ). Αναδεικνύει αξονική εκφύλιση (χαμηλά δυναμικά δράσης, μειωμένη ταχύτητα αγωγής).
-
Νευρογραφία (NCS).Δείχνει συμμετρική, αισθητικοκινητική, αξονικού τύπου πολυνευροπάθεια. Διακρίνει αν υπάρχει και απομυελινωτικό στοιχείο.
-
Συμπληρωματικές εξετάσεις (εφόσον χρειάζεται), MRI εγκεφάλου/νωτιαίου.
Η κάνναβη είναι και αυτή μια ψυχοδραστική ουσία, με πιθανότητα εθισμού, και μπορεί να δημιουργήσει άλλου είδους προβλήματα, ειδικά σε άτομα με ιστορικό εξάρτησης.
Η χρήση κάνναβης δεν έχει εγκριθεί ως θεραπεία για τον αλκοολισμό από τις μεγάλες ιατρικές εταιρείες.
Σε κάποιες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη χρήση αλκοόλ και κάνναβης μπορεί να επιβαρύνει την ψυχική υγεία ή να οδηγήσει σε σοβαρές αλληλεπιδράσεις.