Νευρολογικό Ιατρείο Αθήνας: Σπύρου Μερκούρη 39 Χίλτον

Ανευρύσματα Εγκεφάλου, Προειδοποιητικά σημεία, Συμπτώματα, Διάγνωση, Θεραπεία
Γκατζώνης Στέργιος - Στυλιανός MD, Phd - Νευρολόγος

Τα ανευρύσματα είναι οι παθολογικές διατάσεις (διογκώσεις) των τοιχωμάτων των αγγείων, οι οποίες εάν διαρραγούν προκαλούν αιμορραγία, δηλαδή μια επείγουσα ιατρική κατάσταση που κρίνεται δυνητικά θανατηφόρα.
Ποια ανευρύσματα επηρεάζουν το νευρικό σύστημα;
Τα ανευρύσματα που επηρεάζουν το νευρικό σύστημα είναι κυρίως:
-
Ενδοκρανιακά (εγκεφαλικά) ανευρύσματα
-
Καρωτιδικό ανεύρυσμα (εντός ή εκτός κρανίου)
-
Ανεύρυσμα αορτικού τόξου / ανιούσας αορτής
-
Θωρακικό ανεύρυσμα κατιούσας αορτής
-
Ανεύρυσμα θωρακοκοιλιακής αορτής
-
Κοιλιακό ανεύρυσμα αορτής
-
Ανεύρυσμα λαγόνιας ή μηριαίας αρτηρίας
-
Περιφερικά ανευρύσματα (π.χ. ιγνυακό)
Ο νευρολόγος ασχολείται με την αντιμετώπιση των συνεπειών των ραγέντων ανευρυσμάτων, όπως οι νευρολογικές βλάβες και η αποκατάσταση, ειδικά όταν αυτά έχουν προκαλέσει υπαραχνοειδή αιμορραγία. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση των ανευρυσμάτων, ιδιαίτερα η επεμβατική θεραπεία, ανήκει στον νευροχειρουργό και τον καρδιοχειρουργό για τα θωρακοκοιλιακά ανευρύσματα.
Ο νευρολόγος εντοπίζει το πρόβλημα μέσω συμπτωμάτων, εξετάσεων και απεικόνισης (CT, MRI, αγγειογραφία, κ.α.) και παρακολουθεί τη γενική νευρολογική κατάσταση του ασθενούς.
Επίσης αναλαμβάνει την αποκατάσταση τυχόν νευρολογικών ελλειμμάτων που προκύπτουν μετά την επέμβαση.
Τι είναι το ανεύρυσμα εγκεφάλου
Το ανεύρυσμα εγκεφάλου ή εγκεφαλικό ανεύρυσμα είναι μία παθολογική διαταραχή των ενδοκράνιων αρτηριών, κατά την οποία ένα τμήμα του τοιχώματος ενός αιμοφόρου αγγείου εξασθενεί και διογκώνεται υπό την επίδραση της αρτηριακής πίεσης, σχηματίζοντας μια σακοειδή ή ατρακτοειδή προβολή η οποία ενέχει σημαντικό κίνδυνο ρήξης και πρόκλησης αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Τύποι Ανευρυσμάτων Εγκεφάλου
Τα ανευρύσματα εγκεφάλου ταξινομούνται με βάση το σχήμα, την εντόπιση, τη μορφολογία και την παθογένεια τους. Αυτή η ταξινόμηση είναι ουσιώδης για την επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης, της εκτίμησης του κινδύνου ρήξης και της χειρουργικής θεραπευτικής τεχνικής.
Τα ανευρύσματα μπορεί να έχουν διαφορετικά μεγέθη, σχήματα και τύπους:
-
Μικρά ανευρύσματα: διάμετρος μικρότερη από 11 mm.
-
Μεγάλα ανευρύσματα: διάμετρος από 11 έως 25 mm.
-
Πολύ μεγάλα ανευρύσματα: διάμετρος μεγαλύτερη από 25 mm.
-
Σακοειδές ανεύρυσμα. Έχει σχήμα “σάκου” ή “φούσκας” και εμφανίζεται ως προβολή από το τοίχωμα του αγγείου με ευδιάκριτο λαιμό και θόλο. Είναι το συχνότερο είδος (περίπου 85–90% των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων).
-
Ατρακτοειδές ανεύρυσμα. Πρόκειται για διάχυτη διαταραχή του τοιχώματος που προκαλεί ατρακτοειδή διαταραχή της διαμέτρου του αγγείου και το πιέζει προς όλες τις πλευρές του. Συνδέεται συχνά με αθηροσκλήρωση, φλεγμονή ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις.
-
Αποφρακτικό – διαχωριστικό ανεύρυσμα. Προκαλείται από ρήξη του έσω χιτώνα του αγγείου με αποτέλεσμα το αίμα να εισχωρεί στο τοίχωμα και να το διαχωρίζει. Μπορεί να οδηγήσει σε απόφραξη ή ρήξη. Συχνότερο σε νεαρότερα άτομα, μετά από τραυματισμό ή με φλεγμονώδη & συνδεσμικά νοσήματα.
-
Λοιμώδες ανεύρυσμα. Προκαλείται από λοιμώξεις που αποδυναμώνουν το τοίχωμα της αρτηρίας.
Ποια είναι τα αίτια και οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ανευρυσμάτων στον εγκέφαλο
Η δημιουργία ανευρυσμάτων στον εγκέφαλο είναι το αποτέλεσμα μιας βιολογικά ενεργούς διαδικασίας, που ξεκινά με αγγειακή ευπάθεια, επιδεινώνεται με αιμοδυναμικό stress και συντηρείται μέσω φλεγμονής και ιστικής αποδόμησης.
Η παρουσία παραγόντων κινδύνου, είτε τροποποιήσιμων είτε γενετικών, επιταχύνει αυτή τη διαδικασία και αυξάνει την πιθανότητα ρήξης, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα.
Η παθογένεια τους είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει γενετικούς, περιβαλλοντικούς και αγγειακούς παράγοντες.
Η παθολογική διαδικασία σχηματισμού εγκεφαλικού ανευρύσματος περιλαμβάνει:
-
Διαταραχή της αγγειακής δομής. Απώλεια ή εκφύλιση της έσω ελαστικής μεμβράνης, ατροφία ή αποδιοργάνωση του μέσου μυϊκού χιτώνα, αντικατάσταση των φυσιολογικών δομών με ινώδη ιστό χαμηλής αντοχής.
-
Αποδόμηση εξωκυτταρικής θεμέλιας ουσίας. Ενεργοποίηση μεταλλοπρωτεϊνασών (MMPs) που διασπούν ελαστίνη και κολλαγόνο με αποτέλεσμα την ελάττωση της μηχανικής συνοχής του τοιχώματος.
-
Φλεγμονώδης διήθηση του αγγειακού τοιχώματος από εισροή μακροφάγων, Τ-λεμφοκυττάρων, και κυτταροκινών με περαιτέρω αποδόμηση ιστών, απόπτωση κυττάρων και αγγειακή αποσταθεροποίηση.
-
Αιμοδυναμικό stress, το δυναμικό φορτίο σε κάθε καρδιακό κύκλο επιβαρύνει περιοχές με προϋπάρχουσα ευπάθεια.
Παράγοντες κινδύνου:
-
Γενετικοί – Κληρονομικοί Παράγοντες
-
Οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή υπαραχνοειδούς αιμορραγίας
-
Συγγενείς αγγειακές δυσπλασίες ή συνδεσμικές διαταραχές:
-
Πολυκυστική νόσος των νεφρών
-
Σύνδρομο Ehlers–Danlos τύπου IV
-
Σύνδρομο Marfan
-
Νευροϊνωμάτωση τύπου 1
-
Σύνδρομο Loeys–Dietz
-
-
-
Αγγειακοί και αιμοδυναμικοί παράγοντες
-
Χρόνια αρτηριακή υπέρταση
-
Στροβιλώδης αιματική ροή
-
-
Φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές καταστάσεις
-
Τοπική ή συστηματική φλεγμονή που προκαλεί διαταραχή του ενδοθηλίου
-
Αθηροσκλήρωση που επιβαρύνει το τοίχωμα με χρόνιο stress και μεταβολή της αγγειακής δομής
-
-
Κάπνισμα. Προκαλεί οξειδωτικό στρες, ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, και αυξάνει τις μεταλλοπρωτεϊνάσες. Έχει ισχυρή συσχέτιση με την εμφάνιση πολλαπλών ανευρυσμάτων
-
Χρήση τοξικών ουσιών. Κοκαΐνη και αμφεταμίνες προκαλούν έντονη αγγειοσύσπαση και υπερτασικά επεισόδια. Σχετίζονται με ρήξη ανευρυσμάτων ακόμα και σε νέους χωρίς άλλους παράγοντες
-
Φύλο. Οι γυναίκες έχουν αυξημένο κίνδυνο, πιθανώς λόγω ορμονικών παραγόντων (π.χ. μείωση οιστρογόνων)
-
Ηλικία > 40 ετών: αυξάνεται η πιθανότητα εκφυλιστικών αλλοιώσεων
-
Λοιμώξεις. Σπάνια, αλλά βακτηριακές (π.χ. ενδοκαρδίτιδα) ή μυκητιασικές λοιμώξεις μπορούν να αποδυναμώσουν τα αγγειακά τοιχώματα
Ποια είναι η γενετική προδιάθεση για την εμφάνιση ανευρυσμάτων στον εγκέφαλο
Η γενετική προδιάθεση για τα ενδοκρανιακά αρτηριακά ανευρύσματα είναι τεκμηριωμένη σε αρκετές μελέτες και φαίνεται ότι κληρονομικοί και γενετικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και ρήξη των ανευρυσμάτων, ιδίως σε άτομα χωρίς εμφανείς περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου (όπως υπέρταση ή κάπνισμα).
Κληρονομικότητα και Οικογενής Μορφή Ανευρυσμάτων
Περίπου 10% έως 20% των ασθενών με ενδοκρανιακό ανεύρυσμα έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό (τουλάχιστον έναν συγγενή πρώτου βαθμού με ανεύρυσμα ή υπαραχνοειδή αιμορραγία).
Γενετικοί Παράγοντες και Γονίδια που έχουν σχετιστεί
Αν και δεν έχει βρεθεί ένα υπεύθυνο γονίδιο, πολλές μελέτες έχουν εντοπίσει γενετικές περιοχές που συνδέονται με την εμφάνιση ανευρυσμάτων.
Γενετικά και Κληρονομικά Σύνδρομα που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο
Ορισμένα μονογονιδιακά σύνδρομα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα ανάπτυξης ανευρυσμάτων λόγω διαταραχών στο συνδετικό ιστό ή στις αγγειακές δομές, όπως η πολυκυστική νόσος των νεφρών, το σύνδρομο Marfan, η νευροϊνωμάτωση τύπου 1, κ.α.
Ποιος είναι ο επιπολασμός των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων στον γενικό πληθυσμό
Το εγκεφαλικό ανεύρυσμα είναι σχετικά συχνό, αλλά συχνά παραμένει ασυμπτωματικό και δεν διαγιγνώσκεται.
Ο επιπολασμός κυμαίνεται περίπου στο 3–5% στον γενικό πληθυσμό, με υψηλότερα ποσοστά σε συγγενείς παθόντων και άτομα με γενετικά νοσήματα.
Ο επιπολασμός αυξάνεται μετά τα 40 έτη και κορυφώνεται μεταξύ 50–70 ετών.
Συχνότητα ρήξης ανευρύσματος : ~7 έως 10 ανά 100.000 άτομα/έτος.
Θνητότητα εγκεφαλικών ανευρυσμάτων
Ένα μη ρηγμένο ανεύρυσμα είναι συνήθως ασυμπτωματικό και δεν προκαλεί θάνατο. Αντιθέτως, όταν ραγεί, προκαλεί υπαραχνοειδή αιμορραγία, μία από τις πιο καταστροφικές καταστάσεις στη νευρολογία και στη νευροχειρουργική.
Θνητότητα μετά από ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος
-
Θάνατος πριν φτάσει ο ασθενής στο νοσοκομείο: περίπου 10% έως 15%
-
Συνολική θνητότητα εντός του πρώτου μήνα από τη ρήξη: 35% έως 45%
-
Από τους επιζώντες, περίπου το 30% έως 50% παρουσιάζει μόνιμη νευρολογική αναπηρία
-
Μόνο 1 στους 3 περίπου ανακτά πλήρη λειτουργικότητα
Ποια είναι τα προειδοποιητικά σημεία των ανευρυσμάτων εγκεφάλου
Τα ανευρύσματα εγκεφάλου αποτελούν ύπουλες αγγειακές βλάβες που συχνά παραμένουν σιωπηλές για χρόνια και δεν δίνουν προειδοποιητικά σημεία, εκτός αν μεγαλώσουν σημαντικά ή ραγούν. Η κλινική εικόνα εξαρτάται από το μέγεθος, την εντόπιση και την κατάσταση του ανευρύσματος (σταθερό ή ραγέν).
Τα μικρά ανευρύσματα (<7 mm), ειδικά σε πρόσθια κυκλοφορία, μπορεί να παραμείνουν ασυμπτωματικά εφ' όρου ζωής και να ανακαλυφθούν τυχαία σε απεικονιστικό έλεγχο.
Ακόμα και μεσαίου μεγέθους ανευρύσματα δεν προκαλούν συμπτώματα εκτός αν πιέσουν γειτονικές νευρικές δομές ή αιμορραγήσουν.
Προειδοποιητικά σημεία (πριν τη ρήξη)
Ορισμένα ανευρύσματα παρουσιάζουν προ-ρηκτικά συμπτώματα, τα οποία όμως είναι μη ειδικά και συχνά παραβλέπονται από τους ασθενείς. Αυτά περιλαμβάνουν:
-
Πονοκέφαλοι διαφορετικοί από το συνηθισμένο. Συχνά επίμονοι, βαθύς ή διαξιφιστικοί, εντοπισμένοι ή μονόπλευροι.
-
Διαταραχές όρασης. Θολή όραση, διπλωπία, μείωση οπτικού πεδίου, ιδίως σε ανεύρυσμα οπίσθιας συνδετικής αρτηρίας.
-
Πτώση άνω βλεφάρου και μυδρίαση. Κλασικό σημείο πίεσης του III εγκεφαλικού νεύρου.
-
Άτυπη ζάλη ή αίσθημα πίεσης στο κεφάλι.
Συμπτώματα σε περίπτωση ρήξης – υπαραχνοειδής αιμορραγία
Η ρήξη ανευρύσματος είναι ιατρική επείγουσα κατάσταση και προκαλεί:
-
Αιφνίδιο, εξαιρετικά έντονο πονοκέφαλο που περιγράφεται ως: «ο χειρότερος πονοκέφαλος της ζωής μου». Είναι οξύς και κορυφώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
-
Απώλεια συνείδησης ή λιποθυμία.
-
Ναυτία, έμετος.
-
Αυχενική δυσκαμψία.
-
Σπασμοί.
-
Παράλυση ή ημιπάρεση.
-
Κώμα ή θάνατος σε σοβαρές περιπτώσεις.
Πότε αρχίζει να δίνει συμπτώματα ένα ανεύρυσμα;
-
Όταν φτάσει σε μεγάλο μέγεθος (>10–15 mm).
-
Όταν πιέζει γειτονικές ανατομικές δομές (κρανιακά νεύρα, εγκεφαλικό παρέγχυμα).
-
Όταν υποστεί μικρορήξεις ή αιμορραγία.
Πως γίνεται η διάγνωση των ανευρυσμάτων στον εγκέφαλο
Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση βασίζεται στη συνδυασμένη χρήση των απεικονιστικών μεθόδων, ανάλογα με το κλινικό πλαίσιο και αποτελεί το θεμέλιο για την ορθή διαχείριση και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών από τα εγκεφαλικά ανευρύσματα.
Η διάγνωση του εγκεφαλικού ανευρύσματος είναι καθοριστική για την έγκαιρη αντιμετώπιση και την πρόληψη ρήξης και σοβαρών επιπλοκών. Οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες και αξιόπιστες διαγνωστικές μέθοδοι είναι οι εξής:
-
Μαγνητική Αγγειογραφία (MRA). Είναι ευαίσθητη για ανευρύσματα >3 mm
-
Υπολογιστική Τομογραφική Αγγειογραφία (CTA). Ταχεία μέθοδος με χρήση ακτινοσκόπησης και ενδοφλέβιου σκιαγραφικού. Υψηλή ανάλυση, καλός εντοπισμός ανευρυσμάτων. Εξαιρετική για εκτίμηση μεγέθους, σχήματος και θέσης. Χρήσιμη σε επείγουσες καταστάσεις (π.χ. μετά από αιμορραγία).
-
Ψηφιακή Υπολογιστική Αγγειογραφία (DSA) Gold standard για διάγνωση ανευρυσμάτων. Επεμβατική μέθοδος με καθετηριασμό αρτηριών και ενδαγγειακή χορήγηση σκιαγραφικού. Παρέχει εξαιρετικά ακριβείς εικόνες και δυνατότητα άμεσης ενδαγγειακής θεραπείας.
-
Μαγνητική Τομογραφία (MRI). Απεικονίζει το εγκεφαλικό παρέγχυμα και πιθανές επιπλοκές (π.χ. αιμορραγία, οίδημα).
-
Κλινική Αξιολόγηση, ιστορικό προειδοποιητικών συμπτωμάτων (π.χ. νέος και έντονος πονοκέφαλος) και νευρολογική εξέταση για σημεία εντοπισμένης πίεσης ή νευρολογικών ελλειμμάτων.
Ποια είναι η αντιμετώπιση και θεραπεία των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων
Η αντιμετώπιση των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων απαιτεί πολυδιάστατη προσέγγιση, από συντηρητική παρακολούθηση έως επεμβατική θεραπεία, ανάλογα με τον κίνδυνο ρήξης και το κλινικό προφίλ κάθε ασθενούς. Η συνεργασία νευρολόγων, νευροχειρουργών και ακτινολόγων είναι καθοριστική για την επιτυχή έκβαση.
Μη Ραγέντα Ανευρύσματα
Στόχος η πρόληψη ρήξης και η μείωση των παραγόντων κινδύνου.
Θεραπευτικές επιλογές:
-
α) Συντηρητική παρακολούθηση
Εφαρμόζεται σε μικρά (<7 mm), ασυμπτωματικά ανευρύσματα χαμηλού κινδύνου με τακτική απεικόνιση (MRA ή CTA) κάθε 6–12 μήνες για εκτίμηση μεγέθους ή μορφολογικών αλλαγών.
Έλεγχος και ρύθμιση παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, κάπνισμα).
-
β) Επεμβατική θεραπεία
Ενδείκνυται σε ανευρύσματα >7 mm ή με υψηλό κίνδυνο ρήξης, καθώς και σε συμπτωματικά ανευρύσματα.
Ραγέντα Ανευρύσματα
Επείγουσα διαχείριση:
-
Άμεση μεταφορά σε εξειδικευμένο νοσοκομείο.
-
Χειρουργική ή ενδαγγειακή αποκατάσταση.
-
Υποστηρικτική θεραπεία όπως:
-
Έλεγχος υπέρτασης
-
Θεραπεία επιληπτικών κρίσεων (αν εμφανιστούν)
-
Φυσιοθεραπεία και αποκατάσταση σε περιπτώσεις νευρολογικών ελλειμμάτων
-
Πρόγνωση και αποκατάσταση στα εγκεφαλικά ανευρύσματα
Η πρόγνωση και η αποκατάσταση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αν το ανεύρυσμα έχει ραγεί ή όχι, καθώς και από την ταχύτητα και ποιότητα της θεραπευτικής παρέμβασης.
Πρόγνωση Μη Ραγέντων Ανευρυσμάτων
Τα περισσότερα μη ραγέντα ανευρύσματα έχουν καλή πρόγνωση, ειδικά όταν είναι μικρά και παρακολουθούνται τακτικά.
Ο κίνδυνος ρήξης είναι συνήθως χαμηλός <1% για μικρά ανευρύσματα.
Ωστόσο η πρόγνωση επιδεινώνεται αν το μέγεθος είναι μεγάλο >7-10 mm.
Με σωστή παρακολούθηση και θεραπεία, πολλοί ασθενείς ζουν φυσιολογική ζωή χωρίς σοβαρές επιπλοκές.
Πρόγνωση Ραγέντων Ανευρυσμάτων
Η ρήξη οδηγεί σε υπαραχνοειδή αιμορραγία με υψηλή θνητότητα (~40%) και νοσηρότητα.
Το 10-15% των ασθενών πεθαίνουν πριν φτάσουν στο νοσοκομείο.
Από όσους νοσηλευτούν, περίπου το 25-30% μπορεί να ανακάμψει πλήρως ή με ελάχιστα υπολειμματικά συμπτώματα.
Οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν:
-
Μόνιμες νευρολογικές βλάβες (πάρεση, νοητική έκπτωση, κινητικά ελλείμματα)
-
Νευροψυχολογικές διαταραχές
-
Επιληψία
Ο χρόνος και η ποιότητα της ιατρικής παρέμβασης επηρεάζουν καθοριστικά την έκβαση.
Ποια είναι τα ελλείμματα μετά από την ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος
Τα ελλείμματα μετά από ρήξη ανευρύσματος είναι πολύπλοκα και συχνά απαιτούν μακροχρόνια αποκατάσταση με πολυεπιστημονική προσέγγιση. Η έκβαση εξαρτάται από την έκταση και την εντόπιση της βλάβης, αλλά και την ταχύτητα και ποιότητα της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Τα συχνότερα νευρολογικά ελλείμματα περιλαμβάνουν:
1. Κινητικά Ελλείμματα
Ημιπάρεση ή ημιπληγία: αδυναμία ή παράλυση σε μία πλευρά του σώματος
Δυσκολία στην ισορροπία και το βάδισμα
Απώλεια λεπτών κινήσεων και συντονισμού
2. Αισθητηριακά Ελλείμματα
Μείωση ή απώλεια της αίσθησης (π.χ. αφή, πόνο, θερμοκρασία) σε περιοχές του σώματος
Μούδιασμα ή παράξενα αισθητηριακά φαινόμενα (παραισθησίες)
3. Διαταραχές Ομιλίας και Κατάποσης
Αφασία: δυσκολία στην παραγωγή ή κατανόηση του λόγου
Δυσκαταποσία: δυσκολία στην κατάποση, που αυξάνει τον κίνδυνο πνευμονίας από εισρόφηση
4. Οπτικά Ελλείμματα
Μειωμένη όραση ή διπλωπία
Περιοχές «τυφλού πεδίου» στο οπτικό πεδίο
5. Νευρολογικές Διαταραχές Κρανιακών Νεύρων
Παράλυση ή δυσλειτουργία κρανιακών νεύρων (π.χ. βλεφαρόπτωση, δυσκολία στην κίνηση των ματιών)
6. Νευροψυχιατρικά και Νευρογνωστικά Ελλείμματα
Διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης
Αλλαγές στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα
Κατάθλιψη, άγχος ή ψυχιατρικές διαταραχές
Επιληπτικές κρίσεις
7. Ενδοκρανιακή Υψηλή Πίεση και Υδροκεφαλία
Απώλεια συνείδησης ή κώμα λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης
Υδροκεφαλία με νευρολογική επιδείνωση αν δεν αντιμετωπιστεί
8. Γενικές Επιπλοκές
Μολύνσεις, πνευμονία, θρομβώσεις λόγω περιορισμένης κινητικότητας
Αποκατάσταση και μακροπρόθεσμη νευρολογική παρακολούθηση
Τα άτομα που έχουν υποστεί ρήξη ή έχουν υποβληθεί σε επεμβατική θεραπεία για ανεύρυσμα απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση με απεικονιστικές εξετάσεις για εντοπισμό πιθανών υποτροπών ή νέων ανευρυσμάτων.
Επίσης, παρακολουθούνται για επιπλοκές όπως υδροκεφαλία ή αγγειόσπασμος.
Για την αποκατάσταση των ασθενών μετά από ρήξη ή χειρουργική επέμβαση ανευρύσματος υπάρχουν εξειδικευμένα ιατρεία που ασχολούνται με την μελέτη, την παρακολούθηση και αποκατάσταση των νευρολογικών ελλειμμάτων όπως το Ιατρείο βάδισης, Ισορροπίας & Διαταραχών Κινητικότητας, για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.
Το Ιατρείο βάδισης, Ισορροπίας & Διαταραχών Κινητικότητας αποτελεί μία πολυεπιστημονική προσέγγιση που στοχεύει στην αξιολόγηση των ατομικών αναγκών, την χορήγηση ειδικών θεραπευτικών αγωγών, την εκπαίδευση των θεραπευτικών μεθόδων και τη βελτίωση της λειτουργικής ικανότητας του ασθενούς.
Αρμόδιος ιατρός παραμένει ο Νευρολόγος, ο οποίος εκτός από την φαρμακευτική αγωγή που θα συστήσει στον ασθενή θα θέσει τους ρεαλιστικούς θεραπευτικούς στόχους και θα καταρτίσει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, που μπορεί να περιλαμβάνει:
-
Βελτίωση της βάδισης
-
Επανεκπαίδευση ισορροπίας
-
Ασκήσεις ενδυνάμωσης και Νευρομυϊκή επανεκπαίδευση
-
Εργοθεραπεία για ενίσχυση της λειτουργικότητας και της αυτονομίας
-
Φυσιοθεραπεία για βελτίωση κινητικότητας και αποκατάσταση λειτουργικών ικανοτήτων
-
Νευροψυχολογική υποστήριξη για αντιμετώπιση προβλημάτων μνήμης, συγκέντρωσης και διάθεσης
Η πολύπλευρη υποστήριξη από ομάδα ειδικών (νευρολόγους, νευροχειρουργούς, φυσιάτρους, φυσιοθεραπευτές, κ.α.), είναι απαραίτητη για το καλύτερο δυνατό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Συμπερασματικά








